Διαμεσολάβηση

Η Διαμεσολάβηση είναι μια από τις κύριες Εναλλακτικές Μεθόδους Επίλυσης Διαφορών (ΕΜΕΔ), η οποία έχει θεσμοθετηθεί από το 2010 στην Ελλάδα. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο καθορίζεται από τον Ν. 4640/2019 (ΦΕΚ Α΄ 190/30-11-2019), ο οποίος τροποποιήθηκε με τον Ν. 4647/2019 (ΦΕΚ Α΄ 204/16-12-2019).


Στη Διαμεσολάβηση τα Μέρη – συνεπικουρούμενα από τους Δικηγόρους τους (στη Διαμεσολάβηση ονομάζονται “Νομικοί Παραστάτες”), μέσα από μια διαρθρωμένη και εκούσια διαδικασία που χαρακτηρίζεται από ευελιξία, αμεροληψία, εχεμύθεια και ουδετερότητα επιδιώκουν μέσω της διαπραγμάτευσης μεταξύ τους να επιλύσουν μια διαφορά τους και να καταλήξουν σε μια βιώσιμη και αμοιβαία επωφελή συμφωνία, με τη συνδρομή ενός τρίτου ουδέτερου προς αυτά εκπαιδευμένου και διαπιστευμένου προσώπου (του Διαμεσολαβητή).

Βασικά χαρακτηριστικά της Διαμεσολάβησης

Τα βασικά χαρακτηριστικά της Διαμεσολάβησης είναι:

– η εκούσια προσφυγή σε αυτήν. Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση είναι απολύτως ελεύθερη.

– η ιδιωτική αυτονομία, η ελεύθερη βούληση των Μερών. Τα Μέρη έχουν ενεργό ρόλο στη διαδικασία ενώ είναι ελεύθερα να αποχωρήσουν από τη διαδικασία χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, κύρωση ή ποινή. Δεν υπάρχει κάποια δέσμευση για τα Μέρη μέχρι να υπογραφεί το σχετικό Πρακτικό Διαμεσολάβησης.

– η ευελιξία, η αμεσότητα, η αμεροληψία, η ισότιμη συμμετοχή και το καθεστώς απόλυτης εμπιστευτικότητας. Ο Διαμεσολαβητής λειτουργεί ως τρίτο, ανεξάρτητο πρόσωπο. Τα Μέρη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έχουν ίσες ευκαιρίες συμμετοχής σε αυτήν και ο χρόνος μοιράζεται εξίσου, με δεδομένη την εξασφάλιση του απορρήτου.

– η δυνατότητα σύνταξης και υπογραφής συμφωνητικού, το οποίο περιέχεται στο Πρακτικό Διαμεσολάβησης και δύναται να κατατεθεί οποτεδήποτε στη γραμματεία του καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιου Δικαστηρίου και να αποτελέσει εκτελεστό τίτλο.

Βασικά πλεονεκτήματα της Διαμεσολάβησης

Τα βασικά πλεονεκτήματα της Διαμεσολάβησης είναι:

– η ταχεία διευθέτηση της διαφοράς μεταξύ των Μερών

Η Διαμεσολάβηση είναι σίγουρα ο πιο σύντομος δρόμος για την επίλυση μιας διαφοράς. Αποδεδειγμένα το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ολοκληρώνεται μια Διαμεσολάβηση είναι σαφέστατα μικρότερο από το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την εκδίκαση της ίδιας διαφοράς.

– το μικρό κόστος

Το κόστος από μια μακροχρόνια δικαστική διαμάχη είναι μεγαλύτερο από το κόστος μιας Διαμεσολάβησης. Επίσης, στη Διαμεσολάβηση το κόστος βαρύνει τα Μέρη κατ’ ισομοιρία.

– ο ενεργός ρόλος των Μερών στη διαδικασία

Τα Μέρη έχουν ενεργό ρόλο στη διαδικασία της Διαμεσολαβησης. Υποβοηθούμενα από τον Διαμεσολαβητή (ο οποίος τα διευκολύνει στην αναζήτησης μιας κοινά αποδεκτής και βιώσιμης συμφωνίας) έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν την πραγματικά συμφέρουσα για αυτά διευθέτηση της διαφοράς τους.

– το γεγονός ότι δεν υπάρχουν “νικητές” και “ηττημένοι”

Στο πλαίσιο μιας απόλυτα εχέμυθης διαδικασίας τα Μέρη δύναται να καταλήξουν σε μια πραγματικά βιώσιμη, ουσιαστική και συμφέρουσα για αμφότερα συμφωνία, με τη συνδρομή ενός τρίτου σε σχέση με αυτά και τη διαφορά τους προσώπου (του Διαμεσολαβητή), που τα διευκολύνει να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση.

Ποιες διαφορές υπάγονται σε Διαμεσολάβηση

Σύμφωνα με το άρθρο 3 §1 του Ν. 4640/2019 (ΦΕΚ Α΄ 190/30-11-2019), στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Δεν είναι δεκτικές διαμεσολάβησης όλες οι ιδιωτικές διαφορές ανεπιφύλακτα, παρά μόνον εκείνες για το αντικείμενο των οποίων οι διάδικοι έχουν από το νόμο εξουσία ελεύθερης διάθεσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 4640/2019 (ΦΕΚ Α΄ 190/30-11-2019) στη διαδικασία της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης υπάγονται οι παρακάτω αστικές και εμπορικές διαφορές, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της μεταξύ τους διαφοράς:

α) Οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές των περιπτώσεων α’, β’ και γ’ της παραγράφου 1, καθώς και εκείνες της παραγράφου 2 του άρθρου 592 Κ.Πολ.Δ..

β) Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

γ) Οι διαφορές για τις οποίες σε έγγραφη συμφωνία των μερών προβλέπεται και είναι σε ισχύ ρήτρα διαμεσολάβησης.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής που τυχόν θα ασκηθεί, κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις της συζήτησης της υπόθεσης το πρακτικό της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης.

Εξαιρούνται από την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης της §1 του άρθρου 6 του Ν. 4640/2019 οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ..

Η προσφυγή των μερών στη δικαστική μεσολάβηση δεν απαλλάσσει τα μέρη από την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης.